ΚΥΚΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 
ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 

Μακροχρόνιος στόχος της ευρωπαϊκής ένωσης


Ένας από τους βασικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η σταδιακή μετάβαση της σημερινής κοινωνίας και του σύγχρονου πολιτισμού σε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο που θα στηρίζεται στην Κυκλική Οικονομία. Η βασική αρχή αυτού του μοντέλου αφορά σε μια βιώσιμη, αποδοτική και ανταγωνιστική οικονομία, στην οποία η αξία των προϊόντων, των υλικών και των πόρων παραμένει στην οικονομία όσο το δυνατόν περισσότερο και η παραγωγή αποβλήτων περιορίζεται στο ελάχιστο. 

Το θετικό αποτέλεσμα που προκύπτει από την εφαρμογή αυτού του κοινωνικού μοντέλου είναι χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αποδοτική αξιοποίηση των πόρων και αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Η έννοια της Κυκλικής Οικονομίας συνδέεται συχνά με τις έννοιες zero waste and zero emissions που αποβλέπουν στην πράξη στη δραστική μείωση και αν είναι δυνατόν ακόμα και εξαφάνιση του όγκου των παραγομένων απορριμμάτων.

Αυτό μπορεί να γίνει εφικτό όταν ο χρόνος ζωής υλικών και προϊόντων επιμηκύνεται και ανανεώνεται συνεχώς με τη βοήθεια μεθόδων και καινοτομιών επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης. Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία έχει γραμμική μορφή, όπου η σχεδίαση, παραγωγή και χρήση των προϊόντων καταλήγει μετά από σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα στην παραγωγή άχρηστων υλικών άνευ αξίας, αυτά δηλαδή που χαρακτηρίζονται ως απορρίμματά και σκουπίδια.

Η Κυκλική Οικονομία βασίζεται στη λογική
ότι υπάρχει δυνατότητα να μετατρέπονται τα απορρίμματα
σε νέα προϊόντα.

Η δραστηριότητα και οι στόχοι του Ινστιτούτου Κυκλικής Οικονομίας CEEII εναρμονίζονται απόλυτα με το όραμα και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται για την επίτευξη του στόχου στηρίζεται αφενός στην ενεργό συμμετοχή των παραγωγικών φορέων και των πολιτών, με αντίστοιχη προσαρμογή της συμπεριφοράς τους σαν παραγωγών και καταναλωτών, και αφετέρου στο διαχωρισμό των απορριμμάτων στην πηγή σε κατάλληλες κωδικοποιημένες κατηγορίες υλικών.

Αναφορικά με τη διαχείριση των απορριμμάτων, όσο πλησιέστερα στην πηγή γίνεται ο διαχωρισμός και με όσο το δυνατόν πιο απλό τρόπο, τόσο ταχύτερο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα και τόσο χαμηλότερο γίνεται το συνολικό απαιτούμενο επενδυτικό κόστος. Σήμερα στην Ελλάδα όπως και σε πολλές άλλες χώρες, εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση διαχωρισμός στην πηγή, ώστε ένα πολύ μεγάλο μέρος των οργανικών κυρίως απορριμμάτων και των πλαστικών να καταλήγει στις χωματερές. Στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται κάποιας μορφής διαχωρισμός, αυτός δεν γίνεται συνήθως στην πηγή αλλά σε μεταγενέστερη φάση μετά από ανάμειξη πολλών διαφορετικών υλικών και μεταφορά τους σε άλλο μέρος, επομένως αν γίνει τότε διαχωρισμός, γίνεται πολύ πιο δύσκολα και με μεγάλο κόστος.

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Κυκλικής Οικονομίας και καινοτόμων τεχνολογιών CEEII, εδρεύει στην UPPSALA και χρησιμοποιεί πρωτοποριακές καινοτομίες που έχουν σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος, το πρόβλημα της Κλιματικής Αλλαγής, τεχνολογίες Ανακύκλωσης και βιομηχανικής αξιοποίησης των απορριμμάτων, παραγωγής εναλλακτικών μορφών ενέργειας, κοινωνικο-οικονομικές αναλύσεις CSR and LCA, με στόχο την αειφόρο ανάπτυξη και τη δημιουργία κοινωνικών συστημάτων απεξαρτημένων από ορυκτά καύσιμα και προϊόντα πετρελαίου, non-fossile societies. Με δυο λόγια, δραστηριοποιούμεθα μέσω ενός διεθνούς δικτύου επαφών με Επιχειρήσεις και Ερευνητικά Ιδρύματα, σε διάφορους πρωτοποριακούς τομείς Πράσινης Τεχνολογίας που αποβλέπουν στην κατάργηση των σκουπιδιών (zero waste), κατάργηση των χωματερών και των ΧΥΤΑ, δημιουργία βιομηχανιών χωρίς εκπομπές και ρύπανση περιβάλλοντος (zero emission) και γενικά περιορισμό της σπατάλης των φυσικών πόρων του πλανήτη με γνώμονα τις αρχές της Κυκλικής Οικονομίας.

Οι καινοτομίες που διαθέτουμε, εκτός από το βαθύ φιλοσοφικό μήνυμα που περιέχουν, είναι επιχειρηματικά αξιοποιήσιμες και οικονομικά βιώσιμες, θέτοντας στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τη δημιουργία μεγάλου αριθμού νέων θέσεων εργασίας. Δίνουμε έμφαση σε βιομηχανικές μονάδες μικρής κλίμακος που εξυπηρετούν την αποκέντρωση (μικρά κοινωνικά συστήματα που έχουν αυτάρκεια σε ενέργεια, αξιοποιώντας τοπικές δυνατότητες και πρώτες ύλες, περιορίζοντας ταυτόχρονα στο ελάχιστο τις μεταφορές).